ἐγκαταπλέκω

to interweave, entwine

Dictionaries

LSJ (ἐγκαταπλέκω)
Short Defs (ἐγκαταπλέκω)
Middle Liddell (ἐγκαταπλέκω)

Morphological Data

ἐγκαταπλέκω VERB