ἐγκαταλογίζομαι
to reckon in
Dictionaries
LSJ
(ἐγκαταλογίζομαι)
Short Defs
(ἐγκαταλογίζομαι)
Middle Liddell
(ἐγκαταλογίζομαι)
Morphological Data
ἐγκαταλογίζομαι
VERB