ἀπομεστόομαι
to be filled to the brim
Dictionaries
LSJ
(ἀπομεστόομαι)
Short Defs
(ἀπομεστόομαι)
Middle Liddell
(ἀπομεστόομαι)
Morphological Data
ἀπομεστόομαι
VERB