ἀποθρασύνομαι

to be very bold, dare all things

Dictionaries

LSJ (ἀποθρασύνομαι)
Short Defs (ἀποθρασύνομαι)
Middle Liddell (ἀποθρασύνομαι)

Morphological Data

ἀποθρασύνομαι VERB