χοροδιδάσκαλος

the person who trained the chorus

Dictionaries

LSJ (χοροδιδάσκαλος)
Short Defs (χοροδιδάσκαλος)
Middle Liddell (χοροδιδάσκαλος)

Morphological Data

χοροδιδάσκαλος NOUN