σκύλαξ
a young dog, whelp, puppy
Dictionaries
Cambridge Greek Lexicon
(σκύλαξ)
LSJ
(σκύλαξ)
Short Defs
(σκύλαξ)
Cunliffe (Lex Entries)
(σκύλαξ)
Middle Liddell
(σκύλαξ)
Morphological Data
σκύλαξ
NOUN