σκυτοτόμος

a leather-cutter, a worker in leather

Dictionaries

LSJ (σκυτοτόμος)
Short Defs (σκυτοτόμος)
Cunliffe (Lex Entries) (σκυτοτόμος)
Middle Liddell (σκυτοτόμος)

Morphological Data

σκυτοτόμος NOUN