σαυλοπρωκτιάω
to walk in a swaggering way
Dictionaries
LSJ
(σαυλοπρωκτιάω)
Short Defs
(σαυλοπρωκτιάω)
Middle Liddell
(σαυλοπρωκτιάω)
Morphological Data
σαυλοπρωκτιάω
VERB