προσπεριγίγνομαι
to remain over and above as surplus
Dictionaries
LSJ
(προσπεριγίγνομαι)
Short Defs
(προσπεριγίγνομαι)
Middle Liddell
(προσπεριγίγνομαι)
Morphological Data
προσπεριγίγνομαι
VERB