προαιρετός
deliberately chosen, purposed
Dictionaries
Cambridge Greek Lexicon
(προαιρετός)
LSJ
(προαιρετός)
Short Defs
(προαιρετός)
Middle Liddell
(προαιρετός)
Morphological Data
προαιρετός
ADJ
προαιρετός
VERB
προαιρετός
NOUN
προαιρετός
ADV
προαιρετός
PRONOUN