πορθέω
to destroy, ravage, waste, plunder
Dictionaries
Cambridge Greek Lexicon
(πορθέω)
LSJ
(πορθέω)
Slater Pindar
(πορθέω)
Short Defs
(πορθέω)
Cunliffe (Lex Entries)
(πορθέω)
Lexicon Thucydideum
(πορθέω)
Middle Liddell
(πορθέω)
Morphological Data
πορθέω
VERB