περιπίπτω
to fall around, so as to embrace
Dictionaries
Cambridge Greek Lexicon
(περιπίπτω)
LSJ
(περιπίπτω)
Anabasis Mather
(περιπίπτω)
Short Defs
(περιπίπτω)
Lexicon Thucydideum
(περιπίπτω)
Middle Liddell
(περιπίπτω)
Morphological Data
περιπίπτω
VERB