πατροκασίγνητος

a father's brother

Dictionaries

LSJ (πατροκασίγνητος)
Short Defs (πατροκασίγνητος)
cunliffe_lex (πατροκασίγνητος)
Middle Liddell (πατροκασίγνητος)

Morphological Data

πατροκασίγνητος NOUN