πάροδος

passer-by
a by-way, passage, first entrance by the chorus

Dictionaries

Cambridge Greek Lexicon (πάροδος)
LSJ (πάροδος)
LSJ (πάροδος)
Anabasis Mather (πάροδος)
Short Defs (πάροδος)
Short Defs (πάροδος2)
Lexicon Thucydideum (πάροδος)
Middle Liddell (πάροδος)

Morphological Data

πάροδος NOUN