λῃστικός

inclined to rob, piratical, buccaneering

Dictionaries

Cambridge Greek Lexicon (λῃστικός)
LSJ (λῃστικός)
Short Defs (λῃστικός)
Lexicon Thucydideum (λῃστικός)
Lexicon Thucydideum (λῃστικός)
Middle Liddell (λῃστικός)

Morphological Data

λῃστικός ADJ
λῃστικός NOUN
λῃστικός VERB