κατοικτίζω

to bewail oneself, utter lamentations

Dictionaries

Cambridge Greek Lexicon (κατοικτίζω)
LSJ (κατοικτίζω)
Short Defs (κατοικτίζω)
Middle Liddell (κατοικτίζω)

Morphological Data

κατοικτίζω VERB