κατεργάζομαι
to effect by labour, to achieve, accomplish
Dictionaries
Cambridge Greek Lexicon
(κατεργάζομαι)
LSJ
(κατεργάζομαι)
Anabasis Mather
(κατεργάζομαι)
Short Defs
(κατεργάζομαι)
Lexicon Thucydideum
(κατεργάζομαι)
Middle Liddell
(κατεργάζομαι)
Morphological Data
κατεργάζομαι
VERB