καταρχαιρεσιάζω
to defeat in an election
Dictionaries
LSJ
(καταρχαιρεσιάζω)
Short Defs
(καταρχαιρεσιάζω)
Middle Liddell
(καταρχαιρεσιάζω)
Morphological Data
καταρχαιρεσιάζω
VERB