κατακρύπτω
to cover over, hide away, conceal
Dictionaries
Cambridge Greek Lexicon
(κατακρύπτω)
LSJ
(κατακρύπτω)
Slater Pindar
(κατακρύπτω)
Short Defs
(κατακρύπτω)
Cunliffe (Lex Entries)
(κατακρύπτω)
Middle Liddell
(κατακρύπτω)
Morphological Data
κατακρύπτω
VERB