κατακλάω
[ > κλαίω bewail]
break short, snap off
Dictionaries
Cambridge Greek Lexicon
(κατακλάω)
LSJ
(κατακλάω)
LSJ
(κατακλάω)
Slater Pindar
(κατακλάω)
Short Defs
(κατακλάω)
Short Defs
(κατακλάω2)
Cunliffe (Lex Entries)
(κατακλάω)
Middle Liddell
(κατακλάω)
Morphological Data
κατακλάω
VERB