καταγωνίζομαι
to struggle against, prevail against, conquer
Dictionaries
LSJ
(καταγωνίζομαι)
Short Defs
(καταγωνίζομαι)
Middle Liddell
(καταγωνίζομαι)
Morphological Data
καταγωνίζομαι
VERB
καταγωνίζομαι
ADJ