διάκλυσμα
lotion for washing out the mouth
Dictionaries
LSJ
(διάκλυσμα)
Short Defs
(διάκλυσμα)
Morphological Data
διάκλυσμα
VERB
διάκλυσμα
NOUN
διάκλυσμα
ADV
διάκλυσμα
ADJ