Scaife ATLAS

Back to dictionaries

LSJ

σεῖσις
σεισίφυλλος
σεισίχθων
σεῖσμα
σεισματίας
σεισμοποιός
σεισμός
σεισμοσκοπικά
σεισμώδης
σεισοκέφαλος
σεισόλοφος
σεισοπυγίς
σεισόφελος
σεισόφυλλος
σειστής
σειστός
σεῖστρον
σεῖστρος
σειστρὸφόρος
σείσων
σεῖφα
View word page
σεισόλοφος
σεισό-λοφος, ον,
A). shaking the crest, Hsch. s.v. τινακτοπήληξ .


ShortDef

shaking the crest

Debugging

Headword:
σεισόλοφος
Headword (normalized):
σεισόλοφος
Headword (normalized/stripped):
σεισολοφος
IDX:
93582
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-93583
Key:

Data

{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">σεισό-λοφος</span>, <span class="itype greek">ον</span>, <div style="margin-top: 1.0em;" class="sense depth-1"> <span><strong>A).</strong></span> <span class="tr" style="font-weight: bold;">shaking the crest</span>, <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Hsch.</span> </span> s.v. <span class="ref greek">τινακτοπήληξ</span> .</div> </div><br><br>'}